Η διαχείριση αναίσθητου δύτη στο βυθό αποτελεί από μόνο του ένα προβληματικό σενάριο και είναι σαφές πως δημιουργεί πάντα κάποια αμφιβολία ως προς την διαχείριση του. Επιπλέον, οι διαφορετικοί παράμετροι, οι συνθήκες και η πολυπλοκότητα κάθε περιστατικού, μας δίνει να καταλάβουμε ότι είναι αδύνατον να βρεθεί μια στρατηγική η οποία να μπορεί να εφαρμοστεί ανεξάρτητα με τις όποιες μεταβολές παρουσιαστούν.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η επιβίωση ενός αναίσθητου δύτη εξαρτάται από πολλές παραμέτρους και ότι μια τέλεια ανάδυση δεν είναι πάντα η επιτυχέστερη στρατηγική που θα μας εξασφαλίσει την επιβίωση του θύματος.
Πολλοί δύτες με ικανότητα και εμπειρία μπορούν να διαχειριστούν με αποτελεσματικότητα τις πολλαπλές μεταβολές που παρουσιάζονται στην διάσωση, αφήνοντας την ανάδυση σε δεύτερο ρόλο.
Κάθε δύτης που λαμβάνει μέρος σε διάσωση πρέπει να εξασφαλίσει την ασφάλεια του και την ασφάλεια των μελών της ομάδας του. Ο χρόνος σε τέτοιες καταστάσεις είναι αυτός που πολλές φορές «πιέζει» και μας οδηγεί σε λανθασμένους χειρισμούς.

Είναι πολύ δύσκολο να αντεπεξέλθουμε με επιτυχία σε περιστατικό χωρίς προηγούμενη εκπαίδευση ή δίχως συνεχή πρακτική.
Διαχείριση αναίσθητου δύτη
Προϋπόθεση είναι η άμεση ανταπόκριση του διασώστη. Τα σενάρια που καλύπτονται είναι: 1 το 2ο στάδιο να βρίσκεται στο στόμα του λιπόθυμου δύτη, 2 Ο δύτης χάσει το δεύτερο στάδιο (Toxic Diver) .
Μπορούμε να πούμε ότι η αρχική εστίαση του διασώστη για την αποτελεσματικότερη διαχείριση περιστατικού πραγματοποιείται σε τρία επίπεδα:
1 Έλεγχος του θύματος- Περιβάλλον
2 Ανοικτός αεραγωγός.
3 Διεξαγωγή ομαλής ανάδυσης
Αν για λόγους πλευστότητας, ελλιπής εκπαίδευση, πανικού, συναισθημάτων, χάσουμε τον απαιτούμενο έλεγχο σε ένα από τα τρία επίπεδα είναι πιθανό να οδηγηθούμε σε μια αποτυχημένη διάσωση αλλά και να θέσουμε σε κίνδυνο και την δική μας ασφάλεια.
Έλεγχος του θύματος – Περιβάλλον
Στο Περιβάλλον περιλαμβάνονται ο χρόνος βυθού, αέρια, προσανατολισμός.
Ο διασώστης πρέπει να αξιολογήσει το περιβάλλον και τους κινδύνους που μπορεί να εγκυμονούν πριν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Μια γρήγορη διερεύνηση και αξιολόγηση του χώρου για δίκτυα, συντρίμμια, στενά περάσματα, καθώς και τον έλεγχο του βάθους, το ρεύμα, τον προσανατολισμό, το υπολειπόμενο αέριο σίγουρα μπορεί να αποτρέψουν ακόμα πιο δυσμενείς καταστάσεις.
Ταυτόχρονα με τα παραπάνω ο διασώστης πρέπει να ελέγχει και την κατάσταση του θύματος.
Ανοικτός αεραγωγός
Σε υγρό περιβάλλον ο έλεγχος του αεραγωγού είναι δύσκολο ως και απίθανο να πραγματοποιηθεί. Ο λόγος που πρέπει να διατηρήσουμε τον αεραγωγό ανοικτό είναι ότι σε λιπόθυμο δύτη αδρανούν οι μύες της γλώσσας με αποτέλεσμα να φράξει τον αεραγωγό με αποτέλεσμα την διακοπή της αναπνοής που μοιραία μας οδηγεί στην διακοπή λειτουργίας της καρδιάς.
Διεξαγωγή ομαλής ανάδυσης
Όταν ολοκληρώσει και εξασφαλίσει τον έλεγχο του θύματος και έχει αξιολογήσει το περιβάλλον πρέπει να προετοιμάσει το θύμα για την ανάδυση.
Ο διάσωσης πρέπει να είναι αποδοτικός, ενήμερος, ήρεμος, με άριστη τεχνική κατάρτιση, να βρίσκεται σε καλή φυσική κατάσταση και πνευματική συγκρότηση για να φέρει το θύμα στην επιφάνεια χωρίς καμία παραχώρηση στα θέματα ασφαλείας τόσο του ίδιου αλλά και της ομάδας του.
Όταν ολοκληρώσει και εξασφαλίσει τον έλεγχο του θύματος και έχει αξιολογήσει το περιβάλλον πρέπει να προετοιμάσει το θύμα για την ανάδυση. Συνιστάται κατά την ανάδυση και για τον καλύτερο έλεγχο του θύματος και της πλευστότητας να χρησιμοποιείται μόνο τον ρυθμιστή πλευστότητας του θύματος. Με τον τρόπο αυτό εστιάζουμε μόνο σε ένα μέσο ανέλκυσης και μειώνουμε τον αριθμό μεταβολών που παρουσιάζονται κατά την ανάδυση. Οι βαλβίδες των στεγανών στολών (OPV) του θύματος και του διασώστη πρέπει να είναι στην ανοικτή θέση (Open).
O διασώστης βρίσκεται πάντα πάνω – πίσω από το θύμα και πραγματοποιούν ανάδυση σε οριζόντια θέση. Ο τρόπος αυτός μας εξασφαλίζει την πλέον ελεγχόμενη ανάδυση και σωστή διαχείριση των περισσότερων σεναρίων π.χ. διαγώνια ανάδυση, συνεχόμενες μεταβολές βάθους, αλλά και τον καλύτερο έλεγχο του θύματος. Ο διασώστης πρέπει να μπορεί να προσαρμοστεί με το σωματότυπο του θύματος αλλά και τις όποιες μικρό-διαφορές του εξοπλισμού.
Κατά την διάσωση ο διασώστης πρέπει να είναι αρνητικός έτσι ώστε το βάρος του ενεργεί σαν «έρμα» για να «παγιδεύει» το θύμα σε οριζόντια θέση. Ρυθμίζει την ταχύτητα ανάδυσης κάνοντας πλήρωση ή εκτόνωση αέρα στον ασκό (wing) του θύματος. Με τον τρόπο αυτό το θύμα είναι αυτό που μας οδηγεί στην επιφάνεια.
Ο διασώστης προσθέτει αέρα στον δικό του ασκό μόνο αν κριθεί απαραίτητο δηλαδή στην περίπτωση που δεν μπορεί να επιτευχθεί ανάδυση μόνο με τον ασκό του θύματος.
Σε περιβάλλον οροφής π.χ. σπήλαιο – ναυάγιο η οριζόντια θέση είναι η πλέον ενδεδειγμένη και μας εξασφαλίζει σε μεγάλο βαθμό την αποδοτικότερη ανάδυση στην επιφάνεια. Φυσικά όπου οι άμεσες αναδύσεις (κάθετες) απαιτούνται και μπορούν να πραγματοποιηθούν η ανάδυση αυτή είναι λιγότερο σημαντική.
Κατά την διάρκεια της ανάδυσης και της διαχείρισης του περιστατικού, είναι συνήθως ευκολότερο για τον διασώστη να χρησιμοποιεί το δεξί του χέρι για να κρατά το δεύτερο στάδιο στο στόμα του θύματος και ταυτόχρονα να διατηρεί τον αεραγωγό ανοικτό.
Το αριστερό χέρι χρησιμοποιείται για την σταθερότητα του θύματος στην σωστή θέση και για να ελέγχει την άνοδο μέσο της βαλβίδα (OPV) που βρίσκεται αριστερά στον ασκό του θύματος και από το inflator του ασκού. Οι παραπάνω τεχνικές είναι λιγότερο σημαντικές από τον αρχικό στόχο και σκοπό, δηλαδή, την συνεχή διατήρηση της κατάστασης και εξασφάλιση έλεγχου, τον ανοικτό αεραγωγό και την ομαλή ανάδυση.
Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ο χρόνος είναι πολύτιμος για τον αναίσθητο δύτη άρα, ο διάσωσης πρέπει να είναι αποδοτικός, ενήμερος, ήρεμος, με άριστη τεχνική κατάρτιση και πνευματική συγκρότηση για να φέρει το θύμα στην επιφάνεια χωρίς καμία παραχώρηση στα θέματα ασφαλείας τόσο του ίδιου αλλά και της ομάδας του.

2) Αν ο λιπόθυμος αυτοδύτης χάσει τον ρυθμιστή από το στόμα ο κίνδυνος του πνιγμού είναι μεγάλος. Αν είμαστε παρόν στο περιστατικό και η ανταπόκριση είναι άμεση επανατοποθετούμαι το 2ο στάδιο στο στόμα του θύματος και ο μοναδικός χειρισμός που πρέπει να πραγματοποιηθεί από τον διασώστη είναι η άνοδο του θύματος στην επιφάνεια.
Τοξικότητα Οξυγόνου
Η νάρκωση του αζώτου εκδηλώνεται αργά και σταδιακά. Στην αντίθετη περίπτωση η τοξικότητα οξυγόνου εκδηλώνεται χωρίς προηγούμενα συμπτώματα και αποτελεί μια σοβαρή απειλή για τον αυτοδύτη. Η ανοχή στην τοξικότητα του οξυγόνου διαφέρει από άτομο σε άτομο και από μέρα σε μέρα.
Η διαχείριση περιστατικού δύτη με συμπτώματα Τοξικότητας Οξυγόνου δεν διαφέρει πολύ με την διαχείριση αναίσθητου δύτη που αναφέραμε παραπάνω.
Οι ιδιαιτερότητες στην περίπτωση αυτή είναι ο αυξανόμενος κίνδυνος εμβολής και της πνευμονικής υπερδιάτασης από τις συσπάσεις που δημιουργούνται. Στην φάση αυτή δηλαδή στην τοξική φάση όπου τα συμπτώματα είναι εμφανή (σπασμοί), δεν πρέπει να υπάρξει καμία μεταβολή βάθους στο θύμα. (Σύμφωνα με το DAN Tec Conference, πλέον η ανάδυση του δύτη στην επιφάνεια μπορεί να γίνει και κατα την διάρκεια των σπασμών, καθώς μετα από έρευνες δεν υπήρχαν συμτώματα υπερδιάτασης.)
Στατιστικές αναφέρουν ότι οι σπασμοί διαρκούν περίπου ένα λεπτό αλλά σε μερικά περιστατικά ίσως η διάρκεια να είναι μεγαλύτερη.
Τα συμπτώματα τοξικότητας οξυγόνου και οι νευρομυϊκές συσπάσεις, οδηγούν τον δύτη στο να αδυνατεί να συγκρατήσει το 2ο στάδιο στο στόμα του και μοιραία αυτή η κατάσταση μας οδηγεί στον πνιγμό. Αν ο διάσωσης είναι παρών στο περιστατικό πρέπει αμέσως να τοποθετήσει στο θύμα τον δικό του ρυθμιστή και σε καμία περίπτωση τον ρυθμιστή του θύματος. Αυτό γίνεται γιατί χάνουμε πολύτιμο χρόνο στο να ψάχνουμε το 2ο στάδιο του θύματος αλλά ο πιο σημαντικός είναι ότι ίσως το θύμα να μην ανέπνεε το κατάλληλο μίγμα. Για την διαδικασία που μόλις αναφέραμε και για την αποτελεσματικότερη διαχείριση του περιστατικού η χρήση μακριού σωλήνα στο 2ο στάδιο (long hose) είναι απαραίτητη.
Κατά την διάρκεια των σπασμών ο διάσωσης ελέγχει το θύμα και δεν πραγματοποιεί ανάδυση. Μόλις σταματήσουν οι σπασμοί, ο διάσωσης πραγματοποιεί ελεγχόμενη ανάδυση γνωρίζοντας ότι, με την επανεμφάνιση των σπασμών δεν πρέπει να υπάρξει περαιτέρω μεταβολή του βάθους από το οποίο βρίσκεται.
Έρευνα που παρουσίασε το Αμερικάνικό Ναυτικό έδειξε ότι το πιο συνηθισμένο σύμπτωμα είναι η ναυτία και ακολουθούσαν οι μυοκλονίες. Σημαντικό στην έρευνα αυτή είναι ότι ένας από τους συμμετέχοντες παρουσίασε σπασμούς 82 λεπτά από την έναρξη του πειράματος, σε βάθος 9 μέτρων, 15 δευτερόλεπτα μετά την διακοπή οξυγόνου.
Αν κατά την διάρκεια της κατάδυσης εμφανιστούν ναυτία, ζαλάδα πρέπει να ειδοποιηθεί η ομάδα και αμέσως να ξεκινήσει ελεγχόμενη άνοδο. Πρέπει ο
αυτοδύτης να παρακολουθείται συνεχώς από τα μέλη της ομάδας και να αποφευχθεί οποιαδήποτε έντονη δραστηριότητα.
Η συνεχή παρακολούθηση του θύματος στην επιφάνεια και η μεταφορά του σε υπερβαρικό Θάλαμο κρίνεται απαραίτητη.

Εξοπλισμός
Η διαμόρφωση και η χρήση του εξοπλισμού, καθώς και η ικανότητα διαχείρισης προβλημάτων που μπορεί να προκύψουν από αστοχία ή σφάλμα αυτού, αποτελεί μεγάλο κεφάλαιο στα σχολεία τεχνικής κατάδυσης. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ένα πρόβλημα εξοπλισμού στο οποίο δεν δίνουμε την πρέπουσα σημασία, όπως μια πολύ μικρή διαρροή αερίου από το πρώτο στάδιο, μπορεί κατά την διάρκεια μιας κατάδυσης να εξελιχθεί σε μεγαλύτερο ή να είναι υπαίτιο για την δημιουργία κάποιου άλλου μεγαλυτέρου προβλήματος.
Τα διάφορα μικροπροβλήματα που δημιουργούνται από τον εξοπλισμό, λειτουργούν αθροιστικά και βέβαια σε βάρος μας και τα οποία «μεταφέρουμε» με τη σειρά μας στην ομάδα.
Κάθε δύτης πρέπει να γνωρίζει τον εξοπλισμό του, καθώς και τον εξοπλισμό των μελών που απαρτίζουν την ομάδα του. Προτείνεται για πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση περιστατικού, η όποια διαμόρφωση εξοπλισμού να είναι ίδια για όλα τα μέλη της ομάδας.
Στην περίπτωση που παρουσιαστεί πρόβλημα, ο περιορισμένος χρόνος που έχουμε στη διάθεση μας, δεν μας επιτρέπει να επεξεργαστούμε και να «ανακαλύψουμε» τη στιγμή εκείνη τη διαμόρφωση εξοπλισμού που έχει ο άλλος δύτης.
